ΒΙΑ – ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Print Friendly

ΒΙΑ – ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΟΡΙΣΜΟΣ: Η βία αναφέρεται στις πράξεις της επιθετικότητας και της κατάχρησης που προκαλεί ή σκοπεύει να προκαλέσει τον εγκληματικό τραυματισμό ή τη ζημιά στα πρόσωπα, και (σε μια μικρότερη έκταση) τα ζώα και την περιουσία.

ΜΟΡΦΕΣ: Σωματική, πνευματική , ψυχική, κοινωνική, πολιτική, νεανική , επιθετική ή αμυντική, τρομοκρατία, αθλητική (βία των γηπέδων), οικογενειακή, βία στα σχολεία και νεανική εγκληματικότητα, τηλεοπτική, σεξουαλική βία, εγχώρια , διεθνής βία, πόλεμοι. Φανατισμός πάσης φύσεως ,ρατσισμός, εθνικισμός, τοπικισμός.

 

Μέθοδοι που χρησιμοποιεί η βία.

v  Σωματική βία από την απλή χειρονομία μέχρι την κακοποίηση , τον βαρύ τραυματισμό, τα βασανιστήρια και την απώλεια ζωής

v  Ψυχολογική και συναισθηματική βία ως προσπάθεια εξευτελισμού της ανθρώπινης αυτοεκτίμησης και αξιοπρέπειας . Καταρράκωση της θετικής ψυχολογίας και χρήση ψυχολογικής πίεσης μέσω συναισθηματικών εκφοβισμών και εξάρτησης που φτάνει ακόμα και σε μακροχρόνιες ανεπανόρθωτες βλάβες της ανθρώπινης προσωπικότητας.

v  Λεκτική βία μέσω ύβρεων και απειλών. Οι φωνές , η τρομοκράτηση του θύματος, ο εκφοβισμός και η υποτίμηση της προσωπικότητας του θύματος μέσω βαρύτατων χαρακτηρισμών είναι πάγια τακτική λεκτικής βίας . Η ψυχολογική βία εμπεριέχεται τις περισσότερες φορές και στη λεκτική βία.

v  Απομόνωση – περιορισμός σωματικής ελευθερίας . Η τακτική αυτή περιλαμβάνει αποκλεισμό του ατόμου από το κοινωνικό περιβάλλον και εγκλεισμό σε οίκημα με χρήση αλυσίδων και λουκέτων. Ακόμα και οι ηπιότερες μορφές περιλαμβάνουν περιορισμό της δράσης του θύματος σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο, έλεγχο της επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους (τηλέφωνα, e- mail) , αποκλεισμό από πηγές πληροφόρησης (διαδίκτυο, τηλεόραση, ραδιόφωνο) ,αποκλεισμό από ευρύτερες κοινωνικές δράσεις σε συνδυασμό με τεχνικές συναισθηματικού ελέγχου κι εκφοβισμού που μετατρέπουν το θύμα σε άβουλο και άτολμο πλάσμα με αδυναμία αντίδρασης.

v  Εξαναγκασμός που περιλαμβάνει την επιβολή μιας πράξης στο θύμα μέσω εκφρασμένων ή μη απειλών κι εκφοβισμών.

v  Σεξουαλική βία και παρενόχληση. Οποιοσδήποτε σεξουαλικός εξαναγκασμός που δεν είναι αποδεκτός κι απ’ τα δύο μέρη, ο βιασμός η ο εκβιασμός και ο εκφοβισμός με σκοπό την επίτευξη της σεξουαλικής πράξης

v  Παραμέληση – στέρηση βασικών δικαιωμάτων στην τροφή , στην ένδυση , στην περίθαλψη και στην εκπαίδευση λόγω αδιαφορίας και συναισθηματικής αναλγησίας. Δεν εμπίπτει η περίπτωση στέρησης βασικών ειδών διαβίωσης λόγω ανέχειας και οικονομικής στέρησης . Αυτό που καθορίζει την ποιότητα της δράσης είναι τα κίνητρα του δράστη και η συναισθηματική επάρκεια.

v  Κρατική βία. Η βία που ασκείται από φορείς εξουσίας και εντεταλμένα όργανα της πολιτείας (π.χ αστυνομία) στο όνομα της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και του σωφρονισμού των πολιτών. Η κατάχρηση της εξουσίας είναι το μέσο για την καταστολή έννομων συλλογικών δραστηριοτήτων και συνδικαλιστικών δράσεων.

Επιμέλεια: Τζανέτα Μαρούλη

ΑΙΤΙΑ

Οικονομικά.

v  Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, δηλαδή η έλλειψη πόρων, η φτώχεια, οι στερήσεις και η ανεργία δημιουργούν τάσης βίας. Ιδίως η ανεργία που μαστίζει τις περισσότερες από τις αναπτυγμένες χώρες αποτελεί βασικό αίτιο που είναι κοινά παραδεκτό απ’ όλους τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι λοιπόν απογοητευμένοι από τη δύσκολη αυτή κατάσταση αναπόφευκτα αποκτούν την τάση για βία. Στην περίπτωση αυτή η βία γι’ αυτούς αποτελεί μια διέξοδο και μια λύση στα οικονομικά τους προβλήματα.

v  Επίσης η άνιση κατανομή εισοδήματος, ο εύκολος πλουτισμός, η πλεονεξία, η μανία πλουτισμού και απολαύσεων, αποτελούν τους κινητήριους μοχλούς της βίας. Το υλιστικό πρότυπο ζωής και αναγωγή της ύλης σε αυτοσκοπό, έχουν καταλύσει κάθε ηθική αναστολή. Η επιδίωξη του συμφέροντος γίνεται με άνομα μέσα ακόμα και με τη χρήση βίας. Όμοια η αύξηση των αγαθών, των υλικών αγαθών μέσα στην καταναλωτική μας κοινωνία ωθούν τον άνθρωπο προς αυτή.

Κοινωνικά.

v  Ο υπερπληθυσμός που συνήθως παρατηρείται στις υπανάπτυκτες χώρες κι απ’ την άλλη μεριά ο κλονισμός της οικογένειας, τα διαζύγια, η έλλειψη θαλπωρής, η ανικανότητα των γονέων για σωστή διαπαιδαγώγηση, η αδιαφορία, η έλλειψη της αναγκαίας επίβλεψης από το κράτος και επιμέλειας που υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξάνουν το κύμα της βίας.

v  Επίσης η ελλιπής κοινωνική μέριμνα, η αναρχία, οι κοινωνικές αναταραχές, η εκμετάλλευση, οι αδικίες, οι καταχρήσεις, τα σκάνδαλα, οι απάτες, εντάσσονται στα κοινωνικά αίτια  της εκδήλωσης βίας.

v  Απ’ την άλλη μεριά, τα θεάματα και ο τύπος με την προβολή της βίας, την ηρωοποίηση των εγκληματιών, τα πορνό διεγείρουν ακόμη περισσότερο τη ροπή προς τη βία. Εκτεταμένη προβολή θεαμάτων και πρακτικών βίας από ΜΜΕ που ασυνείδητα υιοθετούνται κι εφαρμόζονται.

v  Η αστυφιλία, οι συνθήκες ζούγκλας που συνήθως επικρατούν στις μεγαλουπόλεις, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, η αδυναμία προσαρμογής στη γρήγορη εξέλιξη ορισμένων ατόμων, ο αλκοολισμός και τα ναρκωτικά δημιουργούν στον άνθρωπο ανεπαίσθητη παρόρμηση προς τη βία που είτε τη διαπράττει συνειδητά είτε ασυνείδητα.

Πνευματικά και ηθικά.

v  Τα πνευματικά αίτια που συμπεριλαμβάνουν την απαιδευσία, την ελλιπή μόρφωση με αποτέλεσμα την περιορισμένη και κατώτερη νοημοσύνη ορισμένων ανθρώπων είναι κι αυτά σημαντικά. Οι ηθικές πηγές, δηλαδή η άμβλυνση της καθιερωμένης ηθικοκοινωνικής

δεοντολογίας (κλονισμός ηθικών αρχών, έκλυση ηθών, παραλυσία συνειδήσεων, ο εκπεσμός των ανθρωπιστικών αξιών, η αργία που είναι «μήτηρ πάσης κακίας», οι βεντέτες, η εκδίκηση και οι υποθέσεις «τιμής» προτρέπουν τον άνθρωπο προς τη βία.

v  Τα βιολογικά και ψυχολογικά αίτια είναι επίσης σημαντικά. Πολλές φορές το νοσηρό κύτταρο που μεταβιβάζεται με την κληρονομικότητα στο άτομο, οι νευρώσεις, οι διάφορες ασθένειες, οι σεξουαλικές ανωμαλίες συμπράττουν στην εκδήλωση της βίας γύρω μας. Επίσης η επίδραση του περιβάλλοντος πάνω στον άνθρωπο, που συνίσταται στα αισθήματα μειονεξίας που δημιουργούνται σε πολλούς από την παιδική και εφηβική ηλικία, στην οργή, το φόβο και στον ασυλλόγιστο μιμητισμό, αποτελεί την αφετηρία για την επέκταση της βίας ιδίως στα νεαρά άτομα.

Θρησκευτικά.

Επίσης τα θρησκευτικά αίτια όπως θρησκευτικοί φανατισμοί, η αθεΐα, η έλλειψη πίστης συμβάλλουν κατά ένα βαθμό στην εκδήλωση της βίας.

 

Συνέπειες βίας

Κοινωνικές.

v  Αύξηση εγκληματικότητας , διατάραξη ευνομίας, αύξηση φαινομένων κοινωνικής παθογένειας. Εκδήλωση τρομοκρατίας λόγω της ισοπέδωσης της ευνομίας και της πίστης ότι «όλοι είναι εξίσου ένοχοι».

v  Διακυβεύεται η πολιτική σταθερότητα, κρίση δημοκρατικών αξιών κίνδυνος αναρχίας ή και φασιστικών – ολοκληρωτικών καθεστώτων.

v  Έλλειψη διαλόγου, διατάραξη επικοινωνίας και ανθρώπινων σχέσεων, όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε πολεμικές συρράξεις.

v  Κλίμα καχυποψίας φόβου και διάχυτης ανασφάλειας. Φαινόμενα πολιτισμικής οπισθοδρόμησης. Καταπάτηση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Κρίση πολιτισμού.

Ατομικές.

v  Διακυβεύεται η σωματική ακεραιότητα του ατόμου. Απειλείται η ψυχική του υγεία, δημιουργία ψυχολογικών προβλημάτων. Διάγει υπό το καθεστώς ανασφάλειας και φόβου.

v  Πνευματική στασιμότητα και απαιδευσιά μέσα σ’ ένα πλαίσιο πνευματικής οπισθοδρόμησης . Η βία και η παιδεία είναι έννοιες οξύμωρες.

v  Ανακύκλωση φαινομένου. Η βία φέρνει βία. Η βίαιη συμπεριφορά εγγράφεται στη συνείδηση του ατόμου και οικειοποιείται. Ευτελισμός ανθρώπινης αξίας.

 

Το ερώτημα που τίθεται τώρα, αν δηλαδή είναι δυνατό να εξαλειφθεί η βία πλήρως είναι αμφίρροπο και είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε την απάντησή του μ’ ένα απλό «ναι» ή μ’ ένα «όχι». Πάντως είναι δυνατό να προληφθεί με μια σειρά από αποτελεσματικούς τρόπους.

Επιμέλεια: Τζανέτα Μαρούλη

ΜΕΤΡΑ

Αγωγή – παιδεία.

v  Η Παιδεία, η δικαιοσύνη και οι νόμοι με τη σωστή εφαρμογή τους και με τον παιδευτικό χαρακτήρα που ασκούν στην κοινωνία, οι γονείς με τη σωστή διαπαιδαγώγηση που θα παράσχουν, η πολιτεία με την εφαρμογή της αρχής της ισότητας και την ισονομία αντίστοιχα που θα λειτουργήσει παραδειγματικά και παιδευτικά για τους πολίτες. Οι άνθρωποι θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους που παρουσιάζουν συμπτώματα βίας με κάποια κατανόηση δια μέσου της διαφώτισης, του γόνιμου και ειλικρινούς διαλόγου. Είναι επιτακτική η ανάγκη να ενταθούν οι προσπάθειές τους προς τη δημιουργία καλών έξεων, εθισμού προς την αρετή, την εργασία και τον αθλητισμό, προς τη δημιουργία ιδανικών και καλλιέργεια των ανθρωπιστικών ιδανικών μέσω όλων των φορέων αγωγής.

Πολιτεία.

v  Επέκταση μέτρων κοινωνικής μέριμνας με στόχο τον περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων, την καταπολέμηση της ανεργίας , της φτώχειας , των ναρκωτικών και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής. Αυστηρή εφαρμογή των νόμων για την εφαρμογή ισονομίας και ισοπολιτείας που θα καλλιεργήσει  εμπιστοσύνη στους κοινωνικούς θεσμούς και θα μειώσει το αίσθημα αδικίας που γεννά  τη βία.

v  Απ’  το πολιτικό σύστημα εξαρτάται άμεσα και η τροποποίηση της λειτουργίας των αναμορφωτηρίων προς το καλύτερο. Ο εκσυγχρονισμός του σωφρονιστικού συστήματος θα αποτελέσει δείγμα πραγματικής έννοιας και μέριμνας του κράτους καθώς και σημαντικό βήμα προόδου πάνω στον τομέα της βίας που κατακλύζει τις σημερινές κοινωνίες.

v  Μέτρα ενίσχυσης παιδείας και  στήριξης του θεσμού της οικογένειας, των δύο βασικότερων φορέων αγωγής για την πρόληψη .Επίσης η καθιέρωση ψυχιατρικής υγιεινής και η συνεργασία πολλών ειδικών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, εγκληματολόγων, παιδαγωγών και κοινωνικών λειτουργών συμβάλλει ανυπολόγιστα όχι μόνο στον περιορισμό της βίας μα και στην πρόληψή της. Άλλωστε: «Δει προλαμβάνειν μάλλον ή θεραπεύειν» είναι η αρχή της ιατρικής που έχει άμεση σχέση με το θέμα.

Άτομο.

v  Ανάληψη δράσης, επαγρύπνηση, ανάληψη ευθύνης και ευαισθητοποίηση γύρω απ’ το θέμα. Κοινωνική συσπείρωση και ανάληψη συλλογικής δράσης απέναντι σε φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας που εκτρέφουν τη βία και τρέφονται απ’ αυτή.

 

Από εκείνη τη σκληρή νύχτα του Αγίου Νικολάου τον Δεκέμβριο του 2008, όταν στην οδό Μεσολογγίου έπεσε νεκρός από αστυνομικά πυρά ο 16χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος, πολλά άλλαξαν. Ηταν σαν να ελευθερώθηκαν όλα τα δαιμόνια της ελληνικής κοινωνίας και να αποκαλύφθηκαν οι υποβόσκουσες μεγάλες αντιθέσεις. Τα πνεύματα άναψαν, οι συγκρούσεις οξύνθηκαν, η κρίση φανερώθηκε, ο φόβος και η ανασφάλεια εγκαταστάθηκαν για τα καλά πάνω από τη χώρα, τα άκρα αναγεννήθηκαν και η τρομοκρατία επανέκαμψε, παρά τα πολλά πλήγματα που δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται. Εκτοτε οι εντάσεις έρχονται και ξανάρχονται, η πολιτική δοκιμάζεται, ο λαός συμπιέζεται και η κοινωνία φουντώνει καθώς νιώθει ότι χάνει τις σταθερές της. Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι ξαναπήραν τα κουμπούρια και είναι έτοιμοι να σκοτώσουν επειδή απλώς έτσι νομίζουν. Είναι αυτή μια άλλη κατάσταση που επιζητεί διερεύνηση και αντίδραση οργανωμένη, προτού τα πράγματα πάρουν οριστικά στραβό δρόμο.

  Επιμέλεια: Τζανέτα Μαρούλη

Η πολιτική του αίματος, η οργή και οι αιτίες

Η κοινωνία του φόβου είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει εδώ και καιρό τους μελετητές και συνδέθηκε με την ανάδειξη της εγκληματικότητας σε μέγα θέμα του δημόσιου βίου, με τον φόβο του εγκλήματος και τη διεθνικοποίηση της τρομοκρατίας ειδικά μετά το 2001. Η διεθνής οικονομική κρίση άλλαξε περαιτέρω τα πράγματα. Στην Ελλάδα τα γεγονότα που εκτυλίσσονται από το 2008 (συνολικά) διαφέρουν συγκριτικά με ανάλογα προηγούμενων ετών, επειδή η κοινωνική συγκυρία έχει αλλάξει πια καθοριστικά. Η διεθνής και η εσωτερική οικονομική κρίση που, όπως φαίνεται, θεμελιώνεται στο οικονομικό έγκλημα, άλλαξε το κλίμα. Στην εποχή του ΔΝΤ στην Ελλάδα οι συλλογικοί φόβοι ταυτίζονται για πρώτη φορά με την αγωνία κατάρρευσης και επιβίωσης, αλλά ενισχύονται και από μια σιωπηλή οργή που απαντάται σε ατομικό συνήθως επίπεδο, σε περιπτώσεις θυμάτων κακοποίησης. Δηλαδή, θυμάτων που αδυνατούν να αντιδράσουν στην επίθεση και εκδηλώνουν μια παθητικότητα που δεν μπορεί να γίνει θυμός, οργή ούτε να εξορθολογιστεί για να ξεπεραστεί. Ετσι παραμένει στο επίπεδο του φόβου για το αύριο. Σε αυτήν την κοινωνία τα φαινόμενα της μαζικής βίας, των καταστροφών, της ακατανόητης για τους πολλούς τρομοκρατικής δράσης και της σύγχυσης μεταξύ τρομοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος τείνουν να γίνουν σταθερή παράμετρος, που όμως θεμελιώνεται και αυτή στο φόβο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις που τα τελευταία χρόνια εκδηλώνονται στην Ελλάδα και που μορφολογικά δεν θυμίζουν τίποτα από «17 Νοέμβρη», ΕΛΑ και άλλες οργανώσεις του 20ού αιώνα, δύσκολα αποκωδικοποιούνται ως προς τα μηνύματα και τους στόχους τους. Είναι βέβαιο, όμως, ότι προσθέτουν έναν ακόμη φόβο, τον καταλυτικότερο, στον μέσο πολίτη: δηλαδή, τον φόβο ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή και ο ίδιος να γίνει θύμα, έχει δεν έχει σχέση με κάτι δημόσιο. Ομως φαίνεται ότι δεν μπορούν πια να αναλύονται φαινόμενα που μορφολογικά μοιάζουν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο που αναλύονταν πριν από το ξέσπασμα τόσο της διεθνούς οικονομικής κρίσης όσο και της ελληνικής. Και τούτο επειδή θα πρέπει να συνυπολογίζονται πια και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο συλλογικό ασυνείδητο. Ο φόβος που έχει διοχετευτεί στην ελληνική κοινωνία «χτυπά» πλέον την «καρδιά» της κοινωνικής ταυτότητας των ανθρώπων, ανατρέπει τη δυνατότητα ελάχιστης αξιοπρεπούς διαβίωσης, καθώς συνδέεται άμεσα με τη χωρίς όριο διολίσθηση προς επίπεδα φτώχειας που μόνον από ιστορικές πηγές έχουν πληροφορηθεί οι σημερινοί 40ρηδες. Και δεν είναι μόνον αυτό. Είναι ότι αυτή η πορεία προς την εξαθλίωση έρχεται ξαφνικά ύστερα από μια περίοδο αυξημένων προσδοκιών πλουτισμού και καταναλωτικής ευημερίας, γεγονός που κάνει την αντίθεση όλο και εντονότερη, τον φόβο όλο και πιο παραλυτικό. Πλήττεται στην ουσία η ίδια η έννοια του πολίτη με την κοινωνική και πολιτική σημασία της. Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον μιας νέας κατάστασης, η οποία σηματοδοτείται από την οικονομική κρίση που εξελίσσεται και τις συν αυτή κρίσεις αξιών, αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, σκανδάλων και σκανδαλολογίας. Πρόκειται για φαινόμενα που αποτελούν και αυτά γεγονότα και περιστατικά έμμεσης και άμεσης βίας, τα οποία προκαλούν μια οντολογική ανασφάλεια, που συνδέεται με τα θεμέλια της κοινωνικής μας ζωής και η οποία θέτει υπό σοβαρή δοκιμασία

 

Αστυνομικοί ερευνούν τον χώρο μετά τη δολοφονική επίθεση κατά του αστυνομικού Νεκτάριου Σάββα από τη «Σέχτα Επαναστατών». Η νέα γενιά τρομοκρατών σκέπτεται και δρα με κυνικότητα, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από τις τρομοκρατικές οργανώσεις του παρελθόντος

την ίδια την ιδέα της πολιτικής κοινωνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι που το έγκλημα και η κοινωνική βία γίνονται όλο και περισσότερο δυσνόητα για το ευρύ κοινό, καθώς, όπως προανέφερα, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις εξελίξεις με όρους και εργαλεία του παρελθόντος.

Το ίδιο ενδεχομένως συμβαίνει και με τις λεγόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις. Η δύσκολη σύνδεση των στόχων με τους λόγους θυματοποίησής τους δημιουργεί εντυπώσεις ότι πρόκειται περί στόχων τυχαίων, συγκυριακών, επιλεγμένων με κριτήρια ψυχοσυναισθηματικά φορτισμένα, αθώων, και πάντως επιθέσεων στερουμένων λογικής και κυρίως μηνύματος. Σε αυτό συντείνει και η φτωχή και συναισθηματικού χαρακτήρα ανάλυση των επιθέσεων αυτών στον δημόσιο λόγο.

Αντίθετα, η καταστροφική και κυνική ευρηματικότητα του modus operandi των δραστών, η θεαματική κάλυψη των διόδων φυγής και εξαφάνισης στοιχείων ενοχοποίησης πιθανών υπόπτων, η δυσανάλογη βία σε σχέση με το επιθυμητό αποτέλεσμα, η αδιαφορία για την ανθρώπινη υπόσταση και ζωή συγκροτούν ένα «μήνυμα», άμεσο και καθόλου συμβολικό ή υπολανθάνον· ότι δηλαδή δεν υπάρχουν κανόνες διεξαγωγής ενός πολέμου τύπου αντάρτικου πόλης, ούτε όροι και όρια διάκρισης ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες οργανωμένης παρανομίας (όπως συνέβαινε παλαιότερα): ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Αλλά αυτό δεν είναι και το δόγμα της κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς; Η κατάργηση των κανόνων της νεωτερικότητας;

Προκύπτει επομένως ένα ερώτημα: Αυτή η πολλαπλή θυματοποίηση και ο εθισμός στην παρουσία κάθε είδους και επιπέδου βίας στον δημόσιο βίο είναι τυχαία; Ή συνιστά μια παράπλευρη επιπλοκή των όρων υπό τους οποίους άλλαξαν οι οικονομικές σχέσεις και επιτεύχθηκε η αναδιανομή εισοδήματος στην Ελλάδα τα τελευταία περίπου 15 χρόνια;

Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει σήμερα η Ελλάδα δεν είναι μόνο το δημοσιονομικό έλλειμμα, αλλά είναι μια πρόγνωση: πώς μπορεί να αντιδράσει μια κοινωνία πολλαπλά προσβεβλημένη και θυματοποιημένη από το ίδιο το κράτος αλλά και τους αρνητές του; Και τα προγνωστικά δεν είναι ευοίωνα, εκτός αν υπάρξουν σοβαρές δημόσιες πολιτικές αποδόμησης της αξίας της βίας ως μέσου πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επιβίωσης και σχέσεων εξουσίας.

Η κυρία Σοφία Βιδάλη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής, ΔΠΘ.

Comments are closed.